ἀμήχανος


ἀμήχανος
ἀ|μήχανος, ον ['не имеющий решения'] 1. (о лицах) беспомощный; 2. (о вещах) безысходный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀμήχανος" в других словарях:

  • ἀμήχανος — without means masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμήχανος — η, ο (Α ἀμήχανος, ον) αυτός που βρίσκεται σε αμηχανία, που δεν ξέρει τί να κάνει αρχ. 1. αυτός που δεν έχει μέσα ή πόρους, ανίσχυρος, αδύνατος 2. ανίκανος, ανεπιτήδειος 3. αυτός που δεν παρέχει πόρους και συνεκδοχικά ανώφελος, άχρηστος 4.… …   Dictionary of Greek

  • αμήχανος — [амиханос] еж. затруднительный, пришедший в замешательство, смущенный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀμηχανῆ — ἀμήχανος without means neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀμήχανος without means masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀμήχανος without means masc/fem acc sg (attic epic doric) ἀμηχανής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀμηχανής… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμηχανώτερον — ἀμήχανος without means masc acc comp sg ἀμήχανος without means neut nom/voc/acc comp sg ἀμήχανος without means adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμηχανεῖ — ἀμήχανος without means masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀμήχανος without means masc/fem/neut dat sg ἀμηχανάω to be pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀμηχανάω to be pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμηχανεῖς — ἀμήχανος without means masc/fem acc pl ἀμήχανος without means masc/fem nom/voc pl (attic epic) ἀμηχανάω to be pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀμηχανέω pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀμηχανής masc/fem acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμηχανώτατα — ἀμήχανος without means adverbial superl ἀμήχανος without means neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμηχανώτατον — ἀμήχανος without means masc acc superl sg ἀμήχανος without means neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμηχάνως — ἀμήχανος without means adverbial ἀμήχανος without means masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμήχανον — ἀμήχανος without means masc/fem acc sg ἀμήχανος without means neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)